Κατανομή του νερού στη φύση - Μορφές εμφάνισής του
ΤΟ ΝΕΡΟ ΣΕ ΣΤΕΡΕΗ ΜΟΡΦΗ
Πάγος ονομάζεται το στερεής κατάστασης καθαρό νερό, είναι δηλαδή η στερεά κατάσταση στην οποία μετατρέπεται το νερό όταν βρεθεί σε θερμοκρασία 0 °C. Στην αρχαία Ελλάδα "πάγος" ονομαζόταν και κάθε μεγάλων διαστάσεων γυμνός επ' αριστερά της εισόδου της Ακρόπολης των Αθηνών, βράχος.
Η πιο συνηθισμένη μορφή πάγου είναι ένα συνήθως εξαγωνικό κρυσταλλικό στερεό, διαφανές ή ημιδιαφανές σε λευκή ή γαλαζωπή απόχρωση, ανάλογα με την περιεκτικότητά του σε άλλα στοιχεία (αέρας, άλατα, κλπ.). Ένα χαρακτηριστικό του πάγου είναι ότι έχει μικρότερη πυκνότητα σε σχέση με τη ρευστή του μορφή (νερό). Έτσι, ο πάγος επιπλέει στο νερό, ένα φαινόμενο που είναι πολύ σημαντικό για την περιβαλλοντική ισορροπία στη Γη.
Ο μεγαλύτερος συμπαγής όγκος επιπλέοντος πάγου στον κόσμο είναι η Τράπεζα Πάγου Ρος στην Ανταρκτική.

Αποθήκευση νερού σε πάγο, παγετώνες και χιόνι
Πάγοι ανά τον κόσμο
Το νερό που βρίσκεται αποθηκευμένο για μεγάλες χρονικές περιόδους στον πάγο, το χιόνι και τους παγετώνες, αποτελεί και αυτό μέρος του υδρολογικού κύκλου. Το μεγαλύτερο μέρος της μάζας του πάγου στη Γη, περίπου το 90%, βρίσκεται στην Ανταρκτική, ενώ οι πάγοι της Γροιλανδίας περιέχουν το υπόλοιπο 10% της παγκόσμιας μάζας πάγου. Στη Γροιλανδία το μέσο πάχος πάγου είναι 1.500 μέτρα, αλλά μπορεί να μπορεί να φτάσει και τα 4.300 μέτρα.

Ο πάγος και παγετώνες έρχονται και παρέρχονται
Το κλίμα της Γης μεταβάλλεται συνέχεια αν και συνήθως η μεταβολή δεν είναι αρκετά γρήγορη ώστε να γίνεται αντιληπτή. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας της Γης έχουν περάσει πολλές θερμές περίοδοι, όπως η περίοδος των δεινοσαύρων πριν από 100 εκατομμύρια χρόνια, αλλά και πολλές ψυχρές περίοδοι, όπως η τελευταία εποχή των παγετώνων πριν από περίπου 20.000 χρόνια. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας εποχής των παγετώνων, μεγάλο τμήμα του βόρειου ημισφαιρίου, ήταν σκεπασμένο με παγετώνες.

Μερικά στοιχεία για τους παγετώνες και τα παγόβουνα
Οι παγετώνες καλύπτουν σήμερα το 10-11% της στεριάς της Γης.
Αν όλοι οι παγετώνες έλιωναν σήμερα, η στάθμη της θάλασσας θα ανέβαινε κατά 70 μέτρα. Πηγή: Εθνικό Κέντρο Δεδομένων Χιονιού και Πάγου των ΗΠΑ
Κατά τη διάρκεια της τελευταίας εποχής των παγετώνων η στάθμη της θάλασσας ήταν κατά 122 μέτρα χαμηλότερη της σημερινής και οι παγετώνες κάλυπταν το ένα τρίτο περίπου της στεριάς.
Κατά τη διάρκεια της τελευταίας θερμής εποχής, 125.000 χρόνια πρίν, οι θάλασσες ήταν 5,5 μέτρα ψηλότερες από σήμερα. Πριν από τρία εκατομμύρια χρόνια, οι θάλασσες μπορεί να ήταν και μέχρι 50 μέτρα ψηλότερες από σήμερα.
Απορροή από λιώσιμο του χιονιού
Παγκοσμίως, η απορροή από το λιώσιμο του χιονιού προς τα υδατορεύματα αποτελεί σημαντική συνιστώσα της κίνησης του νερού. Σε κρύα κλίματα μεγάλο μέρος της ανοιξιάτικης απορροής και της παροχής των ποταμών προέρχεται από το λιώσιμο χιονιού και πάγου. Το γρήγορο λιώσιμο του χιονιού προκαλεί πολλές φορές, εκτός από πλημμύρες, κατολισθήσεις και πτώσεις κατακερματισμένων βράχων.
Η απορροή από το λιώσιμο του χιονιού μεταβάλλεται από εποχή σε εποχή αλλά και από χρόνο σε χρόνο. Η έλλειψη νερού αποθηκευμένου με τη μορφή χιονιού το χειμώνα μπορεί να λιγοστέψει το διαθέσιμο νερό για όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Αυτό μπορεί να επηρεάσει τη ποσότητα διαθέσιμου νερού στους κατάντη ταμιευτήρες, πράγμα που με τη σειρά του μπορεί να επηρεάσει το διαθέσιμο νερό για άρδευση και ύδρευση.

Επιφανειακή απορροή
Επιφανειακή απορροή είναι η απορροή κατακρημνισμάτων πάνω από το εδαφικό ανάγλυφο
Μέρος των κατακρημνισμάτων που πέφτουν πάνω στο έδαφος, κυλούν επιφανειακά προς τα ποτάμια, σχηματίζοντας την επιφανειακή απορροή.. Στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα, καθώς τα ποτάμια κερδίζουν και χάνουν νερό μέσω του εδάφους.
Συνήθως, τμήμα της βροχής που πέφτει, ποτίζει το έδαφος, αλλά όταν το έδαφος είναι κορεσμένο ή αδιαπέρατο, όπως πχ. ένας δρόμος ή ένα πάρκινγκ, το νερό αρχίζει να ρέει προς τα χαμηλά με τη μορφή απορροής. Το νερό στην πορεία του προς τα ποτάμια, κυλά μέσω αυλακιών στο έδαφος. Η πιο πάνω φωτογραφία δείχνει πως η επιφανειακή απορροή (που εδώ κυλά από έναν δρόμο) μπαίνει σε ένα μικρό ρυάκι. Η απορροή στην περίπτωση αυτή κυλά πάνω από χώμα και συμπαρασύρει φερτά μέσα στο ποτάμι. Το νερό που μπαίνει στο ρυάκι ξεκινά το ταξίδι του πίσω προς τη θάλασσα.
Όπως συμβαίνει με όλα τα μέρη του υδρολογικού κύκλου, η σχέση μεταξύ των κατακρημνισμάτων και της επιφανειακής απορροής μεταβάλλεται στο χρόνο και το χώρο. Παρόμοιες καταιγίδες σε μια ζούγκλα και σε μια έρημο προκαλούν διαφορετικές μορφές επιφανειακής απορροής. Η απορροή εξαρτάται τόσο από μετεωρολογικούς παράγοντες, όσο και από τη γεωλογία και το ανάγλυφο της περιοχής. Μόνο το ένα τρίτο περίπου του όγκου των κατακρημνισμάτων που πέφτει πάνω στο έδαφος, απορρέει σε υδατορεύματα και γυρίζει στη θάλασσα. Τα υπόλοιπα δύο τρίτα, εξατμίζονται, ή διηθούνται προς τα υπόγεια νερά. Τμήμα της επιφανειακής απορροής χρησιμοποιείται επίσης από τον άνθρωπο για δικές του χρήσεις.

ΤΟ ΝΕΡΟ ΣΕ ΑΕΡΙΑ ΜΟΡΦΗ
Ο Ατμός είναι κάθε αέριο που προκαλείται αν θερμανθεί μια στερεά ή υγρή ουσία και ειδικότερα το αέριο που προέρχεται αν βραστεί το νερό λέγεται ατμός. Ο ατμός του νερού (υδρατμός) είναι άχρωμος και διαφανής και προέρχεται, όταν βράζουμε νερό, οπότε έχουμε "ατμοποίηση", δηλ. γρήγορη εξαέρωση του νερού. Επίσης ατμό έχουμε και όταν από την ηλιακή θερμότητα τα νερά των θαλασσών, ποταμών και λιμνών μετατρέπονται σε αέριο, αλλά αργά, και τότε λέμε πως έχουμε εξάτμιση.
Με τους υδρατμούς αυτούς δημιουργούνται τα σύννεφα, οι καταχνιές κ.ά. Οι ατμοί του νερού είναι, όπως είδαμε, άχρωμοι και διαφανείς. Όσο, όμως, αναμειγνύονται με τους ψυχρούς ατμοσφαιρικούς ανέμους, συμπυκνώνονται σε σταγονίδια και γίνονται ορατοί σαν νέφη γι' αρκετό χρόνο.

Το περίεργο είναι πως στα παλιά χρόνια οι άνθρωποι, ενώ είχαν προχωρήσει τόσο πολύ στον πολιτισμό, δε σκέφτηκαν να εκμεταλλευτούν την τεράστια δύναμη που έχει ο ατμός, την "ελαστική" του δύναμη, όπως λέει η Φυσική. Τότε μόνο, τον 1ο αιώνα π.Χ., ο Ήρων ο Αλεξανδρέας έφτιαξε την "αιολόσφαιρα", παρατηρώντας ότι βράζοντας το νερό βγάζει ατμό που έχει μεγάλη κινητήρια δύναμη και μπορούσε να κινήσει μια σφαίρα που περιστρέφονταν με την πίεση του ατμού στα δύο "ατρακτοειδή άκρα της". Δε χρησιμοποιήθηκε ποτέ, όμως, πρακτικά η "αιολόσφαιρα".
Την επινόηση αυτή τη θεωρούμε σαν πρόδρομο των "ατμοστρόβιλων" ή των αυτοπροωθούμενων", δηλαδή των μηχανών που δέχονται την κίνηση ίσια πάνω στην άτρακτο (αδράχτι), χωρίς άλλα βοηθητικά μέσα (αρθρώσεις και κομμάτια) καθώς γίνεται στις μηχανές που έχουν έμβολο. Σιγά - σιγά όμως μερικοί ειδικοί σκέφτηκαν να μεταχειριστούν σαν κινητήρια δύναμη τον ατμό.

Πρόσεξαν ότι το νερό, όταν ζεσταθεί πολύ, αρχίζει να βράζει και φτάνοντας στους 100° Κελσίου μεταβάλλεται σε ατμούς. Πρόσεξαν όμως και τις ιδιότητές του, που οι βασικότερες είναι: Όταν η θερμοκρασία του μεγαλώνει και η πίεσή του μένει σταθερή, ο ατμός εξογκώνεται. Αντίθετα, όταν η θερμοκρασία του μένει σταθερή και η πίεσή του ελαττώνεται ο ατμός διαστέλλεται. Επίσης κάτω από άλλες θερμοκρασίες και πιέσεις (εκτός από πίεση 1 ατμ. και θερμοκρασία 100° Κελσίου) απαιτείται διαφορετικός συνδυασμός θερμοκρασίας και πίεσης, για να ατμοποιηθεί το νερό, αλλά είναι δυνατό και να αρχίσει να μετατρέπεται, κάτω από τέτοιες συνθήκες, ο ατμός πάλι σε νερό. Πάνω σ' όλες αυτές τις ιδιότητες στηρίχτηκε η εφαρμογή του στις ατμομηχανές. Η χρησιμοποίησή του έδωσε μεγάλη ώθηση στη βιομηχανία και στις συγκοινωνίες και σ' όλους τους τομείς.
Αποθήκευση του νερού στην ατμόσφαιρα: ατμοί, σύννεφα και υγρασία
Η ατμόσφαιρα έχει πάντα νερό
Μπορεί η ατμόσφαιρα να μην είναι η μεγαλύτερη αποθήκη για το νερό, αλλά είναι η "υπερταχεία λεωφόρος" μέσω της οποίας το νερό μετακινείται σε παγκόσμια κλίμακα. Υπάρχει πάντα νερό στην ατμόσφαιρα. Τα σύννεφα είναι η πιο ορατή μορφή ατμοσφαιρικού νερού αλλά ακόμα και ο καθαρός αέρας περιέχει νερό – με τη μορφή υδρατμών που δεν είναι ορατοί. Αν όλο το νερό της ατμόσφαιρας ήταν σε υγρή μορφή τότε ο όγκος του στο σύνολο της ατμόσφαιρας, ανά πάσα στιγμή, θα ήταν περίπου 12.900 κυβικά χιλιόμετρα. Αν όλο το νερό της ατμόσφαιρας έπεφτε την ίδια στιγμή θα κάλυπτε το έδαφος με νερό σε ύψος 2,5 εκατοστών.

Συμπύκνωση: Νερό που μεταβάλλεται από αέρια σε υγρή μορφή
Η συμπύκνωση είναι η διεργασία της μετατροπής του νερού από την αέρια στην υγρή μορφή. Η συμπύκνωση είναι σημαντική για τον κύκλο του νερού, διότι επιτρέπει τον σχηματισμό των σύννεφων. Τα σύννεφα, παράγουν κατακρημνίσματα (βροχή, χιόνι, χαλάζι) τα οποία είναι και ο βασικός τρόπος με τον οποίο το νερό ξαναγυρίζει στην επιφάνεια της Γης. Η συμπύκνωση είναι το αντίθετο της εξάτμισης.
Η συμπύκνωση, είναι επίσης υπεύθυνη για την ομίχλη, για το θάμπωμα των τζαμιών κατά τη διάρκεια μιας κρύας μέρας, για το νερό που στάζει από το εξωτερικό ενός ποτηριού με κρύο νερό κ.ά.

Συμπύκνωση στον αέρα
Ακόμα και στον πιο καθαρό γαλανό ουρανό το νερό είναι πάντα εκεί με τη μορφή υδρατμών. Η περιεκτικότητα της ατμόσφαιρας σε νερό σε αέρια μορφή έχει ένα ανώτατο όριο, το όριο κορεσμού, το οποίο αυξάνεται με τη θερμοκρασία. Έτσι, αν προστεθούν υδρατμοί πάνω από το όριο κορεσμού, αλλά κυρίως αν ψυχθεί μια αέρια μάζα και μειωθεί το όριο κορεσμού (αυτό γίνεται συνήθως με την ανύψωση και εκτόνωση της μάζας σε μεγαλύτερα υψόμετρα όπου επικρατούν μικρότερες πιέσεις), τότε οι πλεονάζοντες υδρατμοί υγροποιούνται σχηματίζοντας σε μικροσκοπικό επίπεδο σταγονίδια ή παγοκρυστάλλους και σε μακροσκοπικό επίπεδο σύννεφα. Το σχηματισμό των σταγονιδίων ευνοεί η παρουσία στην ατμόσφαιρα στερεών μικροσκοπικών σωματιδίων σκόνης, αλάτων και καπνού, με τα οποία συνδέονται τα μόρια του νερού. Καθώς τα σταγονίδια ενώνονται μεταξύ τους και μεγαλώνουν σε μάζα, μπορεί να βαρύνουν τόσο που τελικά να πέσουν.

Κατακρημνίσματα: Η απελευθέρωση του νερού από τα σύννεφα
Τα κατακρημνίσματα είναι η πτώση του νερού από τα σύννεφα, με τη μορφή βροχής, χιονόνερου, χιονιού ή χαλαζιού. Αποτελεί τον κύριο τρόπο με τον οποίο το νερό της ατμόσφαιρας επιστρέφει στην επιφάνεια της Γης. Η συχνότερη μορφή κατακρημνισμάτων είναι η βροχή.

Πως σχηματίζονται οι σταγόνες της βροχής;
Τα σύννεφα περιέχουν υδρατμούς και σταγονίδια τα οποία είναι πολύ μικρά για να πέσουν ως κατακρημνίσματα αλλά ταυτόχρονα είναι αρκετά μεγάλα ώστε να σχηματίζουν ορατά σύννεφα. Το νερό συνεχώς εξατμίζεται και συμπυκνώνεται στον αέρα. Το περισσότερο νερό που συμπυκνώνεται στα σύννεφα δεν πέφτει διότι υποστηρίζεται από ανοδικά ρεύματα αέρα. Για να προκληθούν κατακρημνίσματα, τα μικροσκοπικά σταγονίδια πρέπει να συνενωθούν για να σχηματίσουν σταγόνες αρκετά μεγάλες και βαριές ώστε να πέσουν υπό την επίδραση βαρύτητας. Για να σχηματιστεί μια σταγόνα βροχής πρέπει να συνενωθούν εκατομμύρια σταγονίδια ενός σύννεφου.
Η κατανομή των κατακρημνισμάτων μεταβάλλεται γεωγραφικά και χρονικά
Δεν πέφτουν οι ίδιες ποσότητες κατακρημνισμάτων παντού στο κόσμο, ούτε καν μέσα σε μια χώρα ή ακόμα και σε μια πόλη. Στην Αθήνα, για παράδειγμα, οι καλοκαιρινές καταιγίδες μπορεί να προκαλέσουν περισσότερο από 50 χιλιοστά βροχής σε κάποιες περιοχές και να αφήσουν τελείως ξηρές κάποιες άλλες, μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα. Μερικές περιοχές στην Ήπειρο (Βορειοδυτική Ελλάδα) δέχονται περισσότερη βροχή κατά τη διάρκεια ενός μήνα από ότι η Αθήνα σε έναν ολόκληρο χρόνο. Το παγκόσμιο ρεκόρ της μέσης ετήσιας βροχόπτωσης ανήκει στο όρος Waialeale της Χαβάης, όπου πέφτουν 11.400 χιλιοστά (11,4 μέτρα) βροχής κατά μέσο όρο το χρόνο. Αντίθετα, στο Arica της Χιλής, μέχρι πρόσφατα, είχε να βρέξει για 14 χρόνια.

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ
Τους πρώτους αιώνες μετά από τη δημιουργία της Γης, ο πλανήτης μας δεν είχε ατμόσφαιρα αφού στοιχεία όπως το ήλιο και το υδρογόνο ήταν πολύ ελαφριά για να εγκλωβιστούν στο πεδίο βαρύτητας του. Στη Γη δεν υπήρχαν ωκεανοί και η επιφάνεια της ήταν κατεσπαρμένη με ενεργά ηφαίστεια απ’ όπου έβγαιναν λάβα, αέρια, όπως το υδρογόνο και ενώσεις του, και ατμοί, κυρίως υδρατμοί. Οι ηλιακές ακτίνες διασπούσαν τα εκλυόμενα από τα ηφαίστεια μόρια του νερού των υδρατμών στα συστατικά τους, υδρογόνο και οξυγόνο. Το υδρογόνο διέφευγε, ενώ το οξυγόνο αντιδρούσε με την αμμωνία και το μεθάνιο για να σχηματιστεί άζωτο και διοξείδιο του άνθρακα.
Η σύσταση της ατμόσφαιρας άρχισε να αποκτά τη σημερινή της μορφή όταν εμφανίστηκαν τα φυτά, που με τη φωτοσύνθεση δέσμευαν διοξείδιο του άνθρακα και ελευθέρωναν οξυγόνο. Τελικά, με τη σταθεροποίηση της ατμόσφαιρας το περίσσευμα του νερού συσσωρευόταν σε κοιλώματα και έτσι σχηματίστηκε σιγά-σιγά ο ωκεανός.
Η ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΣΤΗ ΦΥΣΗ
Στις εύκρατες περιοχές οι βροχές εξασφαλίζουν μιαν επαρκή ποσότητα νερού για αρκετά μεγάλες χρονικές περιόδους. Eπιπλέον στα εύκρατα κλίματα, διαδικασίες που μειώνουν την ποσότητα του διαθέσιμου νερού όπως π.χ. η εξάτμιση, δεν προκαλούν σοβαρές αλλαγές.?Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι περισσότεροι άνθρωποι που ζουν σ’ αυτά τα κλίματα να θεωρούν την επάρκεια νερού ως δεδομένη. Το νερό όμως δεν είναι ισόποσα κατανεμημένο και, ακόμα και στα εύκρατα κλίματα, οι ζεστοί μήνες του καλοκαιριού οδηγούν σε προσωρινή έλλειψη νερού.?Η άνιση παγκόσμια κατανομή του νερού γίνεται εύκολα αντιληπτή. Με μια απλή ματιά στο χάρτη βλέπουμε ότι σχεδόν το 71% της επιφάνειας της γης καλύπτεται από ωκεανούς.?Οι ωκεανοί όμως είναι άνισα κατανεμημένοι. Το μεγαλύτερο μέρος τους βρίσκεται στο νότιο ημισφαίριο ενώ το μεγαλύτερο μέρος ξηράς στο βόρειο ημισφαίριο. Οι ωκεανοί αποτελούν το 97,6% του νερού που κυκλοφορεί στον πλανήτη μας. Το υπόλοιπο 2,4% αποτελεί το σύνολο του γλυκού νερού στη φύση.
Στις Ν. και στις Β. πολικές περιοχές υπάρχουν μεγάλοι όγκοι πάγου, που είναι σημαντικά αποθέματα νερού και αποτελούν σχεδόν το 75% των γλυκών νερών. Έτσι απομένει μόνο το 25% του γλυκού νερού, σε υγρή μορφή, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον άνθρωπο. Το περισσότερο από το παραπάνω 25% κατακρατείται στη γη ως υπόγειο νερό (0,29% της ολικής ποσότητας νερού στη φύση), είναι επιβαρυμένο σε μέταλλα, και μεταφέρεται μέσω υπόγειων ρυακιών ή ποταμών στη θάλασσα. Τί απομένει λοιπόν από τα γλυκά νερά; Τα ηπειρωτικά νερά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εύκολα, αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μικρό κομμάτι της υδρόσφαιρας (UNESCO-UNEP, 1993). Το υπάρχον στην ατμόσφαιρα νερό υπό τη μορφή υδρατμών αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1/100.000 του συνόλου του νερού στον πλανήτη.?Οι ποταμοί και οι λίμνες, και γενικά το σύνολο των υγροτόπων, κατέχουν μια ποσότητα μικρότερη του 0,02%!
Εξ’ άλλου, περισσότερο από το μισό αυτών των επιφανειακών γλυκών νερών περιέχεται σε καμιά δεκαριά μεγάλες λίμνες! Όσο για τους ποταμούς, περισσότερο από το 1/4 της συνολικής ροής των υδάτινων ρευμάτων του πλανήτη μας εξασφαλίζεται από έξι μεγάλους ποταμούς: Αμαζόνιος, Ορινόκος, Ρίο Παρανά (Ν. Αμερική), Ζαΐρ (Κεντρ. Αφρική), Γιανγκ-Τσε-Κιανγκ (Κίνα) και Γάγγης-Βραχμαπούτρας (Ινδία) (Lacroix, 1991). Ο μεγαλύτερος ποταμός του κόσμου, ο Αμαζόνιος, είναι στον Ισημερινό και έχει σχεδόν το 20% της παγκόσμιας ποτάμιας ροής.?Οι ποταμοί είναι επίσης άνισα κατανεμημένοι. Οι περισσότεροι ποταμοί βρίσκονται στο Β. ημισφαίριο (όπου υπάρχει και το μεγαλύτερο μέρος ξηράς). Σε πολλές άνυδρες περιοχές της Αφρικής συμβαίνει μεγάλη εξάτμιση, οπότε τα ποτάμια μπορεί να μη φτάνουν ποτέ στη θάλασσα. Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να οφείλεται και σε ανθρώπινες παρεμβάσεις. (UNESCO-UNEP, 1993).?Οι αλλαγές που προξενεί το φαινόμενο θερμοκηπίου μπορεί να προκαλέσουν αλλαγές στην παγκόσμια κατανομή νερού. Το επίπεδο της θάλασσας ανεβαίνει, και σε κάποιες περιοχές υπάρχει κίνδυνος πλημμυρών - υπάρχει πλεόνασμα νερού. Σε άλλες περιοχές το κλίμα μπορεί να γίνει ξηρότερο, να σημειωθεί δηλαδή έλλειψη νερού.
Αποθήκευση υπόγειου νερού: Νερό που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της Γης για μεγάλα χρονικά διαστήματα
Εκτός από τις καθημερινά ορατές ποσότητες νερού, υπάρχουν και τεράστιες μη ορατές ποσότητες νερού – νερού που βρίσκεται και κινείται κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το νερό αυτό εδώ και χιλιάδες χρόνια και συνεχίζουν και σήμερα να το χρησιμοποιούν κυρίως για ύδρευση και άρδευση. Η ζωή στη Γη βασίζεται στο υπόγειο νερό όπως και στο επιφανειακό.
Το αποθηκευμένο υπόγειο νερό ως μέρος του υδρολογικού κύκλου
Μεγάλες ποσότητες νερού βρίσκονται αποθηκευμένες κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Το νερό αυτό συνεχίζει να κινείται, αν και συνήθως με πολύ μικρή ταχύτητα, και συνεχίζει να αποτελεί μέρος του υδρολογικού κύκλου. Το περισσότερο υπόγειο νερό προέρχεται από διήθηση κατακρημνισμάτων. Τα ανώτερα στρώματα αποτελούν την ακόρεστη ζώνη όπου η ποσότητα του νερού αλλάζει με το χρόνο αλλά δεν γεμίζει πλήρως τους πόρους του εδάφους. Κάτω από τη ζώνη αυτή υπάρχει η κορεσμένη ζώνη όπου όλοι οι πόροι και οι ρωγμές των πετρωμάτων είναι γεμάτα νερό. Ο όρος υπόγειο νερό χρησιμοποιείται για να περιγράψει αυτή τη ζώνη. Ο χώρος αποθήκευσης του υπόγειου νερό αποδίδεται με τον όρο "υδροφορέας". Οι υδροφορείς ή τα υδροφόρα στρώματα, είναι τεράστιες αποθήκες νερού της Γης και η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο εξαρτάται καθημερινά από αυτούς.


Εκφόρτιση υπόγειου νερού: η έξοδος του νερού από το υπέδαφος
Το υπόγειο νερό ρέει υπόγεια
Όπως προαναφέρθηκε, τμήμα των κατακρημνισμάτων διηθείται και μετατρέπεται σε υπόγειο νερό. Από το νερό που εισχωρεί στο έδαφος, ένα μέρος κινείται κοντά στην επιφάνεια και ξαναβγαίνει γρήγορα με τη μορφή απορροής προς τα υδατορεύματα, υπό την επίδραση της βαρύτητας. Όμως ένα άλλο μεγάλο μέρος συνεχίζει τη πορεία του προς βαθύτερα στρώματα. Όπως δείχνει το διάγραμμα, η κατεύθυνση και η ταχύτητα του υπόγειου νερού καθορίζεται από τα χαρακτηριστικά των υδροφορέων και των στρωμάτων περιορισμού (υπεδάφια στρώματα, τα οποία διαπερνά το νερό πολύ δύσκολα ή σχεδόν καθόλου). Η υπόγεια κίνηση του νερού εξαρτάται από τη διαπερατότητα (πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι στο νερό να κινηθεί) και από το πορώδες (την ποσότητα των κενών μέσα στο υλικό) των στρώσεων. Αν το υπεδάφιο στρώμα επιτρέπει στο νερό να κινείται σχετικά γρήγορα, αυτό μπορεί να διανύσει μεγάλες αποστάσεις στη διάρκεια μερικών ημερών. Μπορεί όμως επίσης να βυθιστεί προς βαθιούς υδροφορείς και να κάνει χιλιάδες χρόνια μέχρι να ξαναβγεί στην επιφάνεια.
Πηγές: Σημεία όπου το υπόγειο νερό βγαίνει στην επιφάνεια
Τι είναι μια πηγή;
Όταν ένας υδροφορέας γεμίζει τόσο ώστε το νερό να υπερχειλίσει προς την επιφάνεια του εδάφους, δημιουργούνται πηγές. Το μέγεθος τους κυμαίνεται από μικρές πηγές που ενεργοποιούνται μόνο μετά από δυνατές βροχές, μέχρι τεράστιες πηγές που λειτουργούν σε μόνιμη βάση και βγάζουν χιλιάδες κυβικά μέτρα νερού ανά ημέρα.
Πηγές μπορούν να δημιουργηθούν σε κάθε τύπου πέτρωμα, αλλά είναι συνηθέστερες σε ασβεστόλιθο και δολομίτη οι οποίοι διαλύονται από το νερό, ιδιαίτερα όταν έχουν ρωγμές. Αυτά τα πετρώματα έχουν μεγάλη διαπερατότητα και απορροφούν μεγάλες ποσότητες κατακρημνισμάτων, οπότε αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης πηγών, μέσω των οποίων εξέρχεται στην επιφάνεια το νερό που είχε εισχωρήσει στα πετρώματα.

Το νερό των πηγών δεν είναι πάντα διαυγές
Το νερό των πηγών είναι συνήθως διαυγές. Υπάρχουν όμως πηγές, των οποίων το νερό έχει το "χρώμα του τσαγιού", όπως αυτή η πηγή στο Colorado των ΗΠΑ. Το κόκκινο χρώμα προκαλείται από το γεγονός ότι το υπόγειο νερό έρχεται σε επαφή με ορυκτά, όπως ο σίδηρος. Η παρουσία χρώματος στο νερό των πηγών μπορεί να δείχνει ότι το νερό περνά γρήγορα μέσα από μεγάλες υπόγειες διόδους, χωρίς να φιλτράρεται αρκετά από τα πετρώματα ώστε να φύγει το χρώμα.
Θερμές πηγές
Οι θερμές πηγές είναι κανονικές πηγές, το νερό των οποίων είναι όμως ζεστό, ή σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και καυτό, όπως στις πηγές αναβράζουσας λάσπης του Εθνικού Πάρκου Yellowstone, στο Wyoming των ΗΠΑ. Πολλές θερμές πηγές βρίσκονται σε περιοχές με πρόσφατη ηφαιστειακή δραστηριότητα, όπου το νερό ζεσταίνεται ερχόμενο σε επαφή με θερμά πετρώματα πολύ κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Τα πετρώματα γίνονται θερμότερα όσο το βάθος μεγαλώνει και σε περίπτωση που το βαθύ υπόγειο νερό βρει κάποια δίοδο προς την επιφάνεια, μπορεί να σχηματιστεί θερμή πηγή.

Ωκεανοί
Το όνομα Ωκεανός προέρχεται από τον ομώνυμο μυθικό θεό της Ελληνικής Μυθολογίας, τον Ωκεανό. Καθιερώθηκε, ιστορικά, από τον αρχαίο Έλληνα Ηρόδοτο να χαρακτηρίζεται σήμερα παγκοσμίως με το ίδιο όνομα η πολύ μεγάλη Θαλάσσια επιφάνεια. Οι Ωκεανοί αρχικά ήταν τρεις και στη συνέχεια προστέθηκαν οι δύο των πόλων της Γης, ο Αρκτικός και ο Ανταρκτικός Ωκεανός, που συνολικά καλύπτουν σχεδόν τα τρία τέταρτα (71%) της επιφάνειας της γης, περιέχουν δε το 97% του νερού και το 90% των ηφαιστείων, ενώ σχεδόν τα μισά από τα παγκόσμια θαλάσσια ύδατα παρουσιάζουν βάθος μεγαλύτερο των 3.000 μέτρων.

|
|
Οι Ωκεανοί σήμερα είναι πέντε:
Ειρηνικός Ωκεανός
Ατλαντικός Ωκεανός
Ινδικός Ωκεανός
Αρκτικός Ωκεανός ή Βόρειος Ωκεανός
Ανταρκτικός Ωκεανός ή Νότιος Ωκεανός
Χαρακτηριστικά
Οι ωκεανοί καλύπτουν έκταση 361 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων της γήινης επιφάνειας. Έχουν συνολικό όγκο 1.340 εκατομμύρια κυβικά χιλιόμετρα και το μέσο βάθος τους είναι 3.711 μέτρα (σχεδόν τα μισά από τα παγκόσμια θαλάσσια ύδατα έχουν βάθος άνω των 3.000 μέτρων).
Εξερεύνηση
Ένα αρκετά μεγάλο μέρος των ωκεανών είναι ανεξερεύνητο. Είναι το μοναδικό μέρος του πλανήτη που δεν έχει εξερευνηθεί αρκετά. Ταξίδια στον ωκεανό γινόντουσαν από τους προϊστορικούς χρόνους, αλλά μόνο στους σύγχρονους χρόνους έχει πραγματοποιηθεί εκτενές υποβρύχιο ταξίδι. Το βαθύτερο σημείο στον ωκεανό είναι η τάφρος των Μαριανών (Mariana Trench), η οποία βρίσκεται στον Ειρηνικό Ωκεανό βόρεια των Μαριάνων νήσων (Marianna Islands). Έχει μέγιστο βάθος 10.923 μέτρων. Ερευνήθηκε πλήρως το 1951 με το βρετανικό ναυτικό σκάφος, "Challenger ΙΙ" που έδωσε το όνομά του στο βαθύτερο μέρος της τάφρου Challenger Deep.

Θάλασσες
Με τον όρο Θάλασσα εννοείται μια μεγάλη έκταση αλμυρού ύδατος και η έννοια συνδέεται με κάποιον ωκεανό ή μια μεγάλη λίμνη, συνήθως με αλμυρό νερό που δεν έχει φυσική έξοδο. Ο όρος συχνά χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο του Ωκεανός, αν και η χρήση της στη Γεωγραφία είναι αυστηρά καθορισμένη, (βλ. για παράδειγμα Τροπικές θάλασσες).
Κατά την Ελληνική Μυθολογία η Θάλασσα ήταν αρχέγονη ιδεατή ανθρωπόμορφη θεότητα που κατέληξε δευτερεύουσα μετά τον Ποσειδώνα.
Α. Από την άποψη της Ναυτικής γεωγραφίας Θάλασσα καλείται η υγρή μάζα που καλύπτει τα 3/4 της επιφάνειας της Γης. Η τεράστια αυτή υγρή έκταση διακρίνεται σε επί μέρους εκτάσεις ανάλογα με τους χώρους που καταλαμβάνουν αυτές. Οι πολύ μεγάλες θαλάσσιες εκτάσεις ονομάζονται Ωκεανοί οι οποίοι και καταλαμβάνουν συνολική επιφάνεια 354 εκατομ. τετρ. χιλιόμετρα.
Θαλάσσιες εκτάσεις μικρότερες των Ωκεανών που σχηματίζονται ανάμεσα σε νησιά ή σε μεγάλες εκτάσεις ξηράς ονομάζονται Θάλασσες (Μεσόγειος, Βόρειος, Αντιλλών). Όταν η έκτασή τους είναι ακόμη μικρότερη ονομάζονται πελάγη, όπως το Αιγαίο, το Ιόνιο κλπ. Όταν δε μια θαλάσσια έκταση περιορίζεται έντονα από τη ξηρά τότε ονομάζεται κόλπος.
Β. Από την άποψη του Διεθνούς δικαίου η θάλασσα διακρίνεται σε Χωρικά ύδατα, Οικονομική ζώνη και Αιγιαλίτιδα ζώνη που υπάγονται στη κυριαρχία της παράκτιας χώρας, τις κλειστές θάλασσες που περιβάλλονται από στεριά π.χ. Νεκρά θάλασσα) που ανήκουν στη κυριαρχία του παράκτιου ή παράκτιων χωρών, στις εσωτερικές θάλασσες που περιβάλλονται από ξηρά αλλά συγκοινωνούν με την ανοιχτή θάλασσα όπως η Αζοφική που ταυτίζεται με αυτή και τέλος τις «ανοικτές θάλασσες» ή Διεθνή ύδατα που δεν υπάγονται σε κανενός κράτους τη δικαιοδοσία.
Γ. Από πλευράς Μετεωρολογίας η θάλασσα διακρίνεται σε διάφορες κατηγορίες ανάλογα με τη κατάστασή της (κατάσταση θαλάσσης) π.χ. γαλήνια, ταραγμένη, κυματώδη κλπ.
Οι δέκα μεγαλύτερες θάλασσες του κόσμου, και θεωρητικά και πρακτικά, είναι και οι κυριότερες που υπάρχουν, χωρίς φυσικά να περιλαμβάνονται οι ωκεανοί μας. Η πλειοψηφία των ναυτικών έχει διασχίσει τις περισσότερες από αυτές ή ακόμα και όλες.
Ακόμα και για αυτούς που δεν είναι ναυτικοί όμως, το ενδιαφέρον είναι μεγάλο και καλό θα ήταν να γνωρίζουμε λίγα πράγματα.
Κασπία θάλασσα
Η Κασπία θάλασσα είναι η μεγαλύτερη περίκλειστε θάλασσα του κόσμου, ενώ από πολλούς θεωρείται λίμνη. Διαβρέχει τα κράτη της Ρωσίας, Καζακστάν, Τουρκμενιστάν, Αζερμπαϊτζάν και Ιράν. Έχει έκταση 371.000 Km2 και μέγιστο βάθος 1.025 m. Η αλατότητα στο νερό της φτάνει το 1,2%, δηλαδή περίπου το 1/3 της αλατότητας του θαλασσινού νερού. Η Κασπία τροφοδοτείται με νερό από πολλούς ποταμούς με κυριότερο τον ποταμό Βόλγα.

Βαλτική θάλασσα
Είναι θάλασσα στη Βόρεια Ευρώπη και περικλείεται από την Γερμανία, Σουηδία, Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Λετονία, Πολωνία. Το μέσο βάθος της είναι πολύ μικρό και υπολογίζεται στα 55 μέτρα και το μέγιστο στα 459 μέτρα ενώ η έκτασή της είναι 415.266 Km2. Συνδέεται με δύο θάλασσες, με την βόρεια θάλασσα μέσο της Δανίας και της διώρυγας του Κίελο και με την λευκή θάλασσα επίσης μέσω διώρυγας. Στη Βαλτική εκβάλουν αρκετοί ποταμοί και λόγω της μη ικανοποιητικής ανανέωσης του νερού της η αλμυρότητα της είναι ελάχιστη, γι‘ αυτό και τον χειμώνα μεγάλο μέρος της επιφάνειας της παγώνει.
Μαύρη θάλασσα
Η μαύρη θάλασσα ή Εύξεινος πόντος είναι εσωτερική θάλασσα η οποία βρίσκεται μεταξύ των κρατών Τουρκίας, Ρουμανίας, Γεωργίας, Ουκρανίας και Ρωσίας. Η μαύρη θάλασσα συνδέεται με την θάλασσα του Μαρμαρά μέσω των στενών του Βοσπόρου και με το Αιγαίο και την Μεσόγειο μέσω των στενών των Δαρδανελλίων. Το μέσο βάθος της είναι 2.212 m και η έκταση της 436.000 km2.

Ερυθρά θάλασσα
Βρίσκεται μεταξύ των ηπείρων της Ασίας και της Αφρικής και ονομάστηκε ερυθρά λόγω του κοκκινωπού χρώματος της, που προέρχεται από ένα είδος φυκιών. Είναι μία στενή υδάτινη λωρίδα η οποία έχει έκταση 460.000 Km2. Από τα βόρεια συνδέεται με την Μεσόγειο, μέσω του καναλιού του Σουέζ και από τα νότια την Αραβική θάλασσα (κόλπος Άντεν) μέσω του στενού Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Το μέσο βάθος της είναι 1.000 μετρά και το μέγιστο 2.211 μέτρα.
Θάλασσα της Ιαπωνίας
Είναι θάλασσα που βρίσκεται στα δυτικά του Ειρηνικού ωκεανού. Οι χώρες που βρέχονται από αυτήν είναι η Νότια και βόρεια Κορέα, η Ιαπωνία και την Ρωσία. Η έκτασή της είναι 978.000 Km2 με μέσο βάθος 1753 m και μέγιστο 3.742 m.
Καραϊβική θάλασσα
Από της πιο γνωστές θάλασσες σε όλο τον κόσμο. Συνδυασμένη με πειρατές, θησαυρούς και εξωτικά νησάκια, ίσως είναι η διασημότερη. Η Καραϊβική βρίσκεται στην κεντρική Αμερική, στον Ατλαντικό ωκεανό έχει έκταση 2.754.000 Km2 με μέγιστο βάθος τα 7.860 m στην τάφρο των νησιών Κέιμαν. Η Καραϊβική περικλείει και περικλείεται από πολλές χώρες όπως η Βενεζουέλα, η Κολομβία, ο Παναμάς, η Κόστα Ρίκα, Νικαράγουα, Ονδούρα, Γουατεμάλα, Μπελίζε και Μεξικό. Η Καραϊβική θάλασσα επηρεάζεται από το ρεύμα του κόλπου ( Gulf Stream) το οποίο είναι από τα ισχυρότερα ρεύματα στον κόσμο ενώ στην περιοχή σχηματίζονται κυκλώνες που πλήττουν το δυτικό ημισφαίριο. Η Καραιβική είναι θερμή θάλασσα, με μέση θερμοκρασία τους 25 C.

Βόρεια θάλασσα και θάλασσα της Νορβηγίας
Τις βάζουμε μαζί γιατί σαν βόρεια θάλασσα έχει επικρατήσει η έκταση και των δύο θαλασσών μαζί. Στην ουσία είναι δύο όμως με την βόρεια θάλασσα να βρίσκεται στην βόρεια Ευρώπη ανάμεσα στα κράτη της Μ. Βρετανίας, της Γερμανίας, της Ολλανδίας, της Δανίας και της Νορβηγίας. Η έκταση της είναι 750.000 Km2 ενώ το μέσο βάθος είναι στα 95 m. Το φαινόμενο της παλίρροιας είναι από τα πιο έντονα που μπορούμε να συναντήσουμε και φτάνει μέχρι και τα 11 m στο Kings Road!
Η θάλασσα της Νορβηγίας αποτελεί τμήμα του βόρειου Ατλαντικού και έχει έκταση 1.380,000 Km2 ενώ το μέσο βάθος της είναι περίπου στα 1700 m.
Μεσόγειος θάλασσα
Είναι η πιο γνώριμη θάλασσα σε όλους εμάς, κυρίως γιατί βρίσκεται και η Ελλάδα μέσα σε αυτήν. Βρίσκεται μεταξύ των ηπείρων Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής και η έκταση της είναι 2.500.000 Km2. Ανατολικά συνδέεται με την θάλασσα του Μαρμαρά μέσω του στενού των Δαρδανελλίων, στα νοτιοανατολικά με την ερυθρά θάλασσα μέσω του Σουέζ και στα δυτικά με τον Ατλαντικό ωκεανό μέσω του στενού του Γιβραλτάρ πλάτους 14 χιλιομέτρων! Το μέσο βάθος της είναι 1.500 m ενώ το μέγιστο είναι 4.200 m 74 χιλιόμετρα Νοτιοδυτικά από την Πύλο. Στην Μεσόγειο υπάρχουν πολλά μεγάλα νησιά, με σημαντικότερα αυτά της Κρήτης, Κύπρος, Εύβοιας, Λέσβος, Χίος, Ρόδος και της Κέρκυρας στα Ανατολικά, η Σαρδηνία, η Κορσική, η Σικελία και η Μάλτα στα κεντρικά και η Ίμπιθα, Μαγιόρκα στα Δυτικά.

Αραβική θάλασσα
Η Αραβική θάλασσα αποτελεί προέκταση του ινδικού ωκεανού και έχει έκταση 3.862.000 Km2 και το μέγιστο βάθος της φτάνει μέχρι και 4.652 m. Βρίσκεται μεταξύ της Αραβικής χερσονήσου, Ιράν, Πακιστάν, Ινδίας, και Σρι Λάνκα. Η αραβική θάλασσα έχει δύο σημαντικούς κόλπους, τον κόλπο του Άντεν που την συνδέει με την ερυθρά θάλασσα και απασχολεί την παγκόσμια ναυτιλία λόγω της πειρατείας και τον κόλπο του Ομάν που την συνδέει με τον Περσικό Κόλπο.
Σινική θάλασσα ή θάλασσα της Κίνας
Η θάλασσα της Κίνας χωρίζεται στην Ανατολική θάλασσα της Κίνας και στην Νότια θάλασσα της Κίνας. Η Ανατολική έχει έκταση 1.249.000 Km2 και βρίσκεται μεταξύ Κίνας, Ταιβάν και Ιαπωνίας. Η Νότια έχει έκταση3.500.000 Km2 και βρίσκεται μεταξύ της Κίνας, της χερσονήσου της Ινδοκίνας, της Ινδονησίας και των Φιλιππίνων. Μέσω των στενών της Σιγκαπούρης, της Σούντα και του Λομπόκ διέρχεται πάνω από το 50% των φορτίων παγκοσμίως ενώ η διακίνηση του αργού πετρελαίου φτάνει τους 1,6 εκατ. τόνους ημερησίως.
Ποτάμια
Ο Ποταμός είναι το υδάτινο ρεύμα που χαρακτηρίζεται από μια σχετική συνέχεια και σταθερότητα τροφοδοσίας και με τομή κοίτης γενικά αρκετά ομαλή. Συνήθως αντιδιαστέλλεται από τον χείμαρρο, που έχει πιο ανώμαλους και απότομους αντίστοιχους χαρακτήρες• δεν είναι, όμως, πάντοτε δυνατή μια σαφής διάκριση μεταξύ τους. [1] Το σημείο στο οποίο γεννιέται ένας ποταμός ονομάζεται πηγή.


Ένας ποταμός μπορεί επίσης να προέρχεται από κάποια λίμνη, από ένα φρέαρ, (υπόγειο πηγάδι) ή από την ένωση κάποιων χειμάρρων. Τα νερά του ποταμού συνεχίζουν μέχρι να καταλήξουν κάπου. Αν τα νερά του χύνονται σε μία λίμνη ή στη θάλασσα, το μέρος εκείνο στο οποίο τα νερά του ενώνονται με αυτά της λίμνης ή της θάλασσας ονομάζονται εκβολή και καμιά φορά χρησιμοποιούμε πληθυντικό, εκβολές. Αν τα νερά του ενώνονται με αυτά ενός άλλου ποταμού, το σημείο στο οποίο ενώνονται το ονομάζουμε συμβολή των δύο ποταμών και τον μικρότερο από τους δύο ποταμούς, παραπόταμο.
|
|
|
|
Υδάτινη δύναμη
Η δύναμη του νερού χρησιμοποιήθηκε από τον άνθρωπο ως κινητήριος δύναμη των μύλων. Τα νερά των ποταμών ο άνθρωπος τα αξιοποιεί προς όφελός του με διάφορους τρόπους από πολύ παλιά. Κάποιοι από αυτούς είναι η ύδρευση των κατοικημένων περιοχών, η άρδευση των καλλιεργούμενων εκτάσεων, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τα υδροηλεκτρικά εργοστάσια με τη βοήθεια των υδροηλεκτρικών φραγμάτων. Παλαιότερα χρησιμοποιούσαν τη δύναμη της ροής ενός ποταμού κατασκευάζοντας νερόμυλους στην όχθη του. Ακόμη, πολλοί μεγάλοι ποταμοί αποτελούν από τα αρχαία χρόνια σημαντικές υδάτινες οδούς για την μετακίνηση ανθρώπων, εμπορευμάτων και ιδεών.

Οικοσύστημα ποταμών
Αρκετές φορές συμβαίνει τα νερά ενός ποταμού,ιδιαίτερα αν είναι αρκετά μεγάλος, να διακλαδίζονται πριν την εκβολή και να καταλήγουν στην θάλασσα σε σχήμα δέλτα (Δ). Τότε ονομάζουμε το σημείο εκβολής του ποταμού δέλτα. Πολλά από τα δέλτα ποταμών αποτελούν σημαντικά οικοσυστήματα. Σε αυτά συναντώνται πλήθος φυτών και ζώων, ενώ πολλά είδη προτιμούν τα δέλτα, όπου η τροφή είναι άφθονη, για την αναπαραγωγή τους. Αλλά και πολλοί άνθρωποι ζουν σε μερικά από τα μεγαλύτερα δέλτα του κόσμου. Ο κυριότερος λόγος που τα δέλτα είναι τόσο πλούσια και εύφορα είναι το γεγονός ότι τα νερά των ποταμών στην πορεία τους προς τα δέλτα παρασύρουν χώμα που το εναποθέτουν στην εκβολή των ποταμών με την μορφή λάσπης, αλλά και πολλές θρεπτικές ουσίες μαζί με αυτό. Όσο περνούν τα χρόνια τόσο μεγαλώνουν και τα δέλτα με αυτόν τον τρόπο. Αυτή, όμως, είναι μία διαδικασία της οποίας τα αποτελέσματα είναι ορατά με την πάροδο αιώνων. Πολλές φορές παραλιακές πόλεις κοντά σε εκβολές ποταμών έχουν μεταβληθεί σε μεσόγειες μετά από κάποιους αιώνες.

Ένα μεγάλο πρόβλημα για την επιβίωση των οικοσυστημάτων που υπάρχουν στα ποτάμια ή που εξαρτώνται από αυτά, αλλά και των ανθρώπων που ζουν γύρω από αυτά, είναι η μόλυνση των ποταμών με βιομηχανικά απόβλητα, φυτοφάρμακα, σκουπίδια που πετούν οι άνθρωποι στην κοίτη ή στην όχθη του ποταμού ή παρασύρονται από τη βροχή. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα είναι η υπερεκμετάλλευση των νερών τους για την ύδρευση των κατοικημένων περιοχών και την άρδευση των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Σε συνδυασμό με τις αλλαγές στο παγκόσμιο κλίμα το ύψος της στάθμης πολλών ποταμών είναι χαμηλότερο από ότι παλιά, ενώ τις θερμές περιόδους μειώνεται ακόμη περισσότερο. Πολλοί ποταμοί για αρκετά χρόνια τώρα έχουν ελάχιστη ή και καθόλου ζωή στα νερά τους. Πρόσφατο παράδειγμα αυτής της διαδικασίας η εκτιμώμενη εξαφάνιση του δελφινιού του ποταμού Γιανγκτσέ στηνΚίνα, (Baiji), ενός ενδημικού είδους του ποταμού αυτού.
Τα μεγαλύτερα ποτάμια είναι: ο Αμαζόνιος, ο
Μισσισσιππής, ο Γιανγκτσε, ο Κονγκό, ο Νείλος και ο Λένας.
Λίμνες
Ως λίμνη νοείται ο υγροβιότοπος που αποτελείται από μάζες νερού, γλυκού ή αλμυρού, αλλά και γενικότερα μάζες υγρού (πχ.μεθάνιο), συγκεντρωμένες σε κοιλότητες της επιφάνειας της γης, φαινομενικά στάσιμες και χωρίς άμεση επικοινωνία με τηθάλασσα. Τα βάθη των λιμνών είναι σχετικά μικρά σε σχέση με των Ωκεανών και των Θαλασσών.
Γεωγραφικά περιοχές χωρίς λίμνες παρατηρούνται οι έρημοι, ενώ αντίθετα παρατηρούνται και συστάδες λιμνών σε ορισμένες περιοχές π.χ.Φινλανδία, η Χώρα των 1000 λιμνών. Μεγαλύτερη σε έκταση λίμνη του κόσμου είναι η Κασπία θάλασσα (438.000 τ.χλμ), και σε βάθος η Βαϊκάλη (1.637 μ.) ενώ η μοναδική στην οποία υφίσταται αρχιπέλαγος είναι η λίμνη Νικαράγουα.
Αν και δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί με ακρίβεια πόσο νερό χρειάζεται για να χαρακτηριστεί λίμνη, ωστόσο πρέπει ν' αποκλειστούν οι πολύ περιορισμένες ποσότητες νερού καθώς και οι εκτεταμένες ποσότητες νερού μικρού βάθους όπως π.χ τα έλη. Στα υγρά κλίματα οι λίμνες έχουν σχεδόν πάντα γλυκό νερό ενώ στα ξηρά κλίματα η ισχυρή εξάτμιση κάνει ώστε τα νερά των λιμνών να εμπλουτίζονται σε χλωριούχο νάτριο (ΝaCl), θειικό νάτριο (Νa2SΟ4), ανθρακικό νάτριο (Νa2CΟ3) και άλλα άλατα οπότε προκύπτουν οι αλμυρές λίμνες. Οι πολύ μεγάλες λίμνες, όπως π.χ η Κασπία, αποκαλούνται και θάλασσες. Στις λίμνες περιλαμβάνονται και αυτές που δημιουργούνται τεχνητά με την κατασκευή φραγμάτων. Τα νερά των λιμνών προέρχονται από τα ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα αλλά κι από τις πηγές που αναβλύζουν μέσα σ' αυτές και από τα υδάτινα ρεύματα που εκβάλλουν σε αυτές.
Η μελέτη των λιμνών, δηλαδή των νερών και των κοιλοτήτων του εδάφους που τα περιέχουν, αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο της Φυσικής Γεωγραφίας, τη Λιμνολογία.
Υπάρχουν διάφοροι τρόποι κατάταξης των λιμνών, αλλά η πιο συνηθισμένη κατάταξη είναι αυτή που τις διακρίνει ανάλογα με τον τρόπο δημιουργίας τους και για την ακρίβεια τον τρόπο δημιουργίας της κοιλότητας που περιέχει τα νερά τους. Σύμφωνα με αυτό το χαρακτηριστικό, οι λίμνες μπορούν να καταταγούν με τους εξής τρόπους.
Καρστικές λίμνες που καταλαμβάνουν κοιλότητες που οφείλονται σε καρστική αποσάθρωση των πετρωμάτων όπως πόλγες, δολίνες, ουβάλες. Οι καρστικές λίμνες είναι πολύ συνηθισμένες στα Βαλκάνια και συχνά είναι περιοδικές. Επίσης σ' αυτού του είδους τις λίμνες απουσιάζουν σχεδόν πάντα οι επιφανειακοί αγωγοί διαρροής, ενώ υπάρχει πάντα μια υπόγεια διαρροή.
Τεκτονικές λίμνες που καταλαμβάνουν τις κοιλότητες που δημιουργήθηκαν από τεκτονικές κινήσεις. Αυτές οι λίμνες συνήθως είναι επιμηκυσμένες, με σχεδόν παράλληλες όχθες, σημαντική έκταση και βάθος. Σ' αυτήν την κατηγορία ανήκει η λίμνη Ταγκανίκα και η λίμνη Βαϊκάλη.
Ηφαιστειακές λίμνες καταλαμβάνουν τους κρατήρες σβησμένων ηφαιστείων ή τα βυθίσματα εμβρυωδών ηφαιστείων και σχηματίζονται όταν τα κατακρημνίσματα γεμίζουν ταχύτερα τον κρατήρα με νερό ταχύτερα από το ρυθμό που απομακρύνεται με την εξάτμιση. Στην περίπτωση που η λίμνη σχηματίζεται στις καλδέρες παλιών ηφαιστειακών κώνων τότε μπορεί να έχει σημαντικές διαστάσεις. Αν επαναληφθεί η ηφαιστειακή δραστηριότητα τότε ο νέος κώνος σχηματίζεται μέσα στη λίμνη ή το νέο ηφαιστειακό υλικό διαιρεί τη λίμνη σε μικρότερες. Οι λίμνες ηφαιστείων έχουν μικρές διαστάσεις, αλλά σχετικά μεγάλο βάθος.

Φραγματογενείς λίμνες ή λίμνες απόφραξης, που
δημιουργούνται από το φραγμό μιας κοιλάδας από οποιοδήποτε λόγο. Είναι
πολυάριθμες και με τη σειρά τους κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες, ανάλογα
με τον τύπο του φράγματος. Οι λίμνες που δημιουργούνται από φραγμό κοιλάδων που
οφείλεται στις προσχώσεις των ποταμών λέγονται και ποταμολίμνες. Τέτοιες λίμνες
βρίσκονται στις Άλπεις, στα όρη Ιούρα κ.λπ. Στις φραγματογενείς λίμνες που
προέρχονται από λιθώνες δίνεται και το όνομα λιθωνολίμνες. Οι λίμνες που ανήκουν
σ' αυτήν την κατηγορία είναι πολυάριθμες στις Άλπεις και στη Β. Ευρώπη. Σύμφωνα
όμως με άλλους επιστήμονες, αυτές οι τελευταίες λίμνες υπάγονται στην κατηγορία
των λιμνών παγετικής ανόρυξης. Λίμνες απόφραξης μπορούν να σχηματιστούν κι από
ρεύματα λάβας, από αμμώδεις θίνες, παράκτιες λουρίδες που αποκόβουν μικρά
τμήματα θάλασσας κατολισθήσεις ή και από ανθρωπογενή φράγματα. Στην τελευταία
περίπτωση η λίμνη ονομάζεται τεχνητή. eikona28.jpg
Λίμνες παγετωνικής ανόρυξης που σχηματίζονται στις κοιλάδες που έχουν διαβρωθεί
από παγετώνες από την τήξη των πάγων. Τα νερά που συγκεντρώνονται έτσι δε
βρίσκουν διέξοδο προς χαμηλότερα σημεία γιατί οι κοιλάδες προς τα κάτω φράζονται
από τα υλικά που έχουν μεταφέρει οι παγετώνες. Άλλοι επιστήμονες, ως λίμνες
παγετωνικής διάβρωσης χαρακτηρίζουν κι αυτές που σχηματίζονται στη ζώνη αρχικής
συσσώρευσης του πάγου, οι οποίες είναι συνήθως στρογγυλές και περιορισμένης
έκταση. Τέτοιες λίμνες είναι το σύμπλεγμα των μεγάλων λιμνών στη Βόρεια Αμερική.
Λίμνες προσχωσιγενών πεδιάδων που σχηματίζονται στα βαθύτερα σημεία των κοιλάδων των μεγάλων ποταμών και είναι μικρού βάθους και περιορισμένης έκτασης. Επίσης μπορεί να προέρχονται από την αποκοπή μαιάνδρων και σ' αυτήν την περίπτωση έχουν σχήμα πετάλων. Τέτοιου είδους λίμνες είναι πολύ συνηθισμένες στην πεδιάδα του Μισισιπή.
Λίμνες - λείψανα: Σε αυτέ κατατάσσονται οι λίμνες που κάποτε αποτελούσαν μιαν ευρύτερη θαλάσσια λεκάνη ή μια μεγαλύτερη λίμνη. Για τις λίμνες αυτές όπως π χ η Κασπία και η Αράλη που ήταν παλαιότερα ενωμένες με τη Μαύρη θάλασσα είχε προταθεί ο όρος θαλασσολίμνες σε αντίθεση με τις υπόλοιπες που λέγονταν χερσαίες. Σε πολλές χώρες σήμερα αυτές οι λίμνες λέγονται «λίμνες λείψανα». Επίσης, λίμνες λείψανα μπορεί να προέρχονται από τη συρρίκνωση μεγαλύτερων λιμνών.
video4
|
|
Οι μεγαλύτερες λίμνες είναι:
Κασπία Θάλασσα (Ευρώπη) 371.000 τ.χλμ.
Μίτσιγκαν-Χούρον (Αμερική) 57.800 τ.χλμ.
Σουπίριορ (Αμερική) 82.100 τ.χλμ.
Βικτωρία (Αφρική) 68.422 τ.χλμ.
Αράλη (Ασία) 66.458 τ.χλμ.
Ταγκανίκα (Αφρική) 32.892 τ.χλμ
Βαϊκάλη (Ασία) 31.500 τ.χλμ.

Υδροβιότοποι
Υδροβιότοποι είναι περιοχές που συνδυάζουν το υδάτινο με το χερσαίο περιβάλλον δίνοντας τη δυνατότητα συνύπαρξης σε πολλούς διαφορετικούς οργανισμούς. Σαν υδροβιότοποι αναφέρονται, σύμφωνα με τη σύμβαση Ramsar, «εκτάσεις που καλύπτονται φυσικά ή τεχνητά, μόνιμα ή εποχιακά από στάσιμα ή ρέοντα γλυκά, υφάλμυρα ή αλμυρά νερά, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι εκτάσεις που καλύπτονται από θαλάσσιο νερό, του οποίου το βάθος δεν υπερβαίνει τα 6 μέτρα κατά την άμπωτη». Η οικολογική σημασία των υδροβιοτόπων αναγνωρίστηκε παγκόσμια με τη σύμβαση που υπογράφτηκε το 1971, στο Ramsar του Ιράν, και από την Ελλάδα. Με αυτή καθορίστηκαν οι υγρότοποι διεθνούς σημασίας και το πλαίσιο προστασίας τους. Ένα από τα στοιχεία που κάνουν εξαιρετική τη σημασία των υδροβιοτόπων της χώρας μας είναι το ότι αποτελούν σταθμούς στο ταξίδι των αποδημητικών πουλιών ή τόπους όπου ξεχειμάζουν. Τα μέρη αυτά εμπλουτίζονται με υλικά που μεταφέρουν τα ποτάμια και οι παλίρροιες της θάλασσας και ευνοούν την ανάπτυξη πλούσιας βλάστησης που δίνει τη δυνατότητα επιβίωσης σε πλήθος οργανισμών. Επιπρόσθετα, οι υγρότοποι ρυθμίζουν την υδρομηχανική ισορροπία και το κλίμα της περιοχής (μετριάζοντας τον καύσωνα και το υπερβολικό ψύχος). Από τη σύμβαση Ramsar προστατεύονται 11 υγρότοποι στη χώρα μας, που τους παρουσιάζουμε παρακάτω. Εκτός από αυτούς υπάρχουν και τουλάχιστον 20 άλλοι υγρότοποι εξαιρετικής σημασίας στη χώρα μας, όπως το Δέλτα των ποταμών Αχελώου, Λούρου και Άραχθου και η λίμνη Βεγορίτιδα.
Αμβρακικός κόλπος
Ο υδροβιότοπος του Αμβρακικού είναι ο μεγαλύτερος κόλπος της Δυτικής Ελλάδας με έκταση περίπου 405 τ.χ. Αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες περιοχές της χώρας μας που έχει υπαχθεί σε καθεστώς προστασίας, σε εφαρμογή της διεθνούς σύμβασης Ramsar. Η περιοχή αποτελεί σημαντικό βιότοπο τόσο για τα υδρόβια και παρυδάτια πουλιά που διαχειμάζουν και αναπαράγονται στην περιοχή όσο και για σημαντικά είδη χλωρίδας και πανίδας. Στον Αμβρακικό εκβάλλουν ο Λούρος και ο Άραχθος, μεταφέροντας, μαζί με τα άφθονα νερά τους, σημαντικές ποσότητες φερτών υλών. Στο βόρειο τμήμα του σχηματίζονται οι λιμνοθάλασσες Λογαρού,Τσουκαλιό, Ροδιά και ο Όρμος της Κόπραινας. Οι δύο λιμνοθάλασσες (Τσουκαλιό και Ροδιά) επικοινωνούν μεταξύ τους και διαχωρίζονται από τη Λογαρού με στενή λωρίδα γης. Οι παράκτιες λιμνοθάλασσες είναι αυτόνομα δυναμικά οικοσυστήματα με υψηλή παραγωγική ικανότητα και παρουσιάζουν ιδιαίτερα μορφολογικά και οικολογικά χαρακτηριστικά. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των συστημάτων είναι οι συχνές μεταβολές των περιβαλλοντικών παραμέτρων που προκαλούν σημαντικές μεταβολές στην αφθονία και την κατανομή των οργανισμών. Τον χειμώνα, ο Αμβρακικός είναι από τις πιο πλούσιες περιοχές της χώρας σε υδρόβια πουλιά. Στις λιμνοθάλασσες Λογαρού, Τσουκαλιό και Ροδιά ξεχειμωνιάζει το 20-30% του συνολικού πληθυσμού των υδρόβιων πουλιών της Ελλάδας. Εδώ φωλιάζουν οι αργυροπελεκάνοι (Pelecanus crispus), από τα πιο απειλούμενα είδη του κόσμου, λευκοτσικνιάδες, κρυπτοτσικνιάδες, νυχτοκόρακες και σταχτοτσικνιάδες. Στους βάλτους, μέσα στους καλαμιώνες, αναπαράγονται οι πορφυροτσικνιάδες, οι νανομουγκάνες, χαλκόκοτες και χουλιαρομύτες. Συναντάμε επίσης βαλτόπαπιες, κυνηγόπαπιες και βουτηχτάρια, γλαρόνια, νεροχελίδονα, αβοκέτες, καλαμοκανάδες, ασημόγλαροι, θαλασσοσφυριχτήδες, σφυριχτάρια, φλυαρόπαπιες, κιρκίρια, σουβλόπαπιες, κυνηγόπαπιες, βαλτόπαπιες, ενώ σπάνια εμφανίζονται η τσικνόπαπια, ο λοφοπρίστης, η βαρβάρα και η χήνα. Κοντά στο χωριό Πέτρα, κατά μήκος του Λούρου, υπάρχει μια αποικία από Ερωδιούς. Στην ευρύτερη περιοχή του υδροβιότοπου, φωλιάζουν τα αρπακτικά ποντικοβαρβακίνα, ξεφτέρι, διπλοσάινο, όρνια, φιδαετοί και χρυσαετοί, ενώ παλαιότερα φώλιαζαν και οι θαλασσαετοί (Haliaetus albicilla), που σήμερα εμφανίζονται συχνά μόνο τον χειμώνα. Ο Αμβρακικός είναι πλούσιος σε αλιεύματα, με κυριότερα ψάρια: το κεφαλόπουλο, το λαυκίνο, το λαβράκι, την τσιπούρα, το μυξυνάρι, τον γωβιό, τα χέλια κ.ά. Λόγω της μεγάλης ποικιλίας των οικοσυστημάτων στην περιοχή, υπάρχει επίσης ένας μεγάλος αριθμός από αμφίβια και θηλαστικά.

Δέλτα Αξιού-Λουδία-Αλιάκμονα
Στην περιοχή που εκβάλει ο Αξιός σχηματίζεται ένα Δέλτα με συνολική έκταση 22.000 στρέμματα. Στην ευρύτερη περιοχή εκβάλλουν και οι ποταμοί Λουδίας, Αλιάκμονας και Γαλλικός και μαζί με τις αλυκές Κίτρους δημιουργούν έναν υδροβιότοπο μεγάλης έκτασης και σημασίας, που προστατεύεται από τις συμβάσεις Ramsar και Βέρνης. Στην περιοχή υπάρχουν σημαντικοί πληθυσμοί υδρόβιων πτηνών όπως ερωδιοί, χαλκόκοτες, νεροχελίδονα, γαλιάντρες κ.α. Μαζί με τα είδη που καταφθάνουν την εποχή της μετανάστευσης ξεπερνάνε τα 200. Μεταξύ των ειδών αυτών υπάρχουν και αρπακτικά όπως ο θαλασσαετός, ενώ ορισμένες φορές παρατηρούνται και διάφορα σπάνια για την περιοχή είδη. Οι όχθες του ποταμού περιβάλλονται από δάση με λεύκες, οξιές και πλατάνια, ενώ όσο πλησιάζουμε στις εκβολές κυριαρχούν τα αλμυρίκια και οι θάμνοι. Στο Δέλτα του Αξιού εκτρέφονται περίπου 60 νεροβούβαλοι και 50 περίπου άλογα ζουν ελεύθερα στην περιοχή. Τα δάση του φιλοξενούν λύκους, τσακάλια, αγριόγατες, βίδρες κ.α. Ο υδροβιότοπος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα «επιβίωσης» εξαιτίας της αλόγιστης ανθρώπινης δραστηριότητας. Τα βιομηχανικά και αστικά απόβλητα και τα λιπάσματα που μολύνουν τα ύδατα, η αμμοληψία, η λαθροθηρία και η υπεράντληση των υδάτων για άρδευση είναι μερικοί από τους κινδύνους που απειλούν τον υδροβιότοπο. Οι συγκεντρώσεις νιτρικών, νιτρωδών, αμμωνιακών αλάτων και ολικού φωσφόρου είναι εξαιρετικά υψηλές.

|
|
Δέλτα Έβρου
Αποτελεί υδροβιότοπο διεθνούς σημασίας, που προστατεύεται από τη σύμβαση Ramsar. Οι φυσικές ή τεχνητές περιοχές αποτελούμενες από έλη είναι μονίμως ή προσωρινώς κατακλυσμένες με νερό, που είναι στάσιμο ή ρέον, γλυκό, υφάλμυρο ή αλμυρό. Η ευνοϊκή γεωγραφική θέση του Δέλτα σε σχέση με τους άξονες μετανάστευσης των πουλιών και με το ήπιο κλίμα της περιοχής, καθώς και η μέχρι πριν από λίγα χρόνια απομόνωση και δυσκολία προσπέλασης, συντέλεσαν στη μεγάλη βιοποικιλότητα, που σήμερα παρουσιάζει. Στην περιοχή απαντώνται όλοι οι τυπικοί σχηματισμοί και οι μονάδες βλάστησης ενός μεσογειακού Δέλτα. Έχουν καταγραφεί τόσο σ’ αυτό, όσο και στη ζώνη κατά μήκος του ποταμού, περισσότερα από 350 φυτικά είδη. Η κατά τόπους βλάστηση εξαρτάται από παράγοντες, όπως η σύσταση του εδάφους, η υγρασία και η αλατότητα. Αλλά και η πανίδα της περιοχής είναι εξίσου πλούσια: έχουν βρεθεί 46 είδη ψαριών, 7 είδη αμφιβίων, 21 είδη ερπετών και περισσότερα από 40 είδη θηλαστικών. Αναμφίβολα όμως, η μεγάλη αξία του Δέλτα συνίσταται κυρίως στην πλούσια ορνιθοπανίδα του. Στην ευρύτερη περιοχή του Δέλτα, έχουν επισημανθεί 304 είδη πουλιών από τα 423 είδη, που απαντούν σε ολόκληρη την Ελλάδα.
|
|
|
|
Δέλτα Νέστου
Βρίσκεται στα νότια σύνορα των νομών Καβάλας και Ξάνθης με συνολική έκταση περίπου 500.000 στρέμματα. Αποτελεί τμήμα του Εθνικού Πάρκου Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης και είναι ένας από τους σημαντικότερους υδροβιότοπους της χώρας, αλλά και της Ευρώπης, λόγω της έκτασης και της ποικιλίας των βιοτόπων του. Το Πάρκο περιλαμβάνει τις προστατευόμενες περιοχές των υδροβιότοπων Δέλτα Νέστου, λίμνης Βιστονίδας, λίμνης Ισμαρίδας και της ευρύτερης περιοχής τους, με χερσαία και υδάτινη συνολική έκταση 726.000 στρέμματα περίπου. Το υδροβιοτοπικό σύμπλεγμα του Πάρκου είναι ένα από τα πιο σημαντικά της χώρας, λόγω της μεγάλης έκτασης και της βιολογικής, αισθητικής, γεωμορφολογικής, επιστημονικής και παιδαγωγικής του αξίας. Οι υδροβιότοποι του Δέλτα Νέστου παρουσιάζουν μια εξαιρετική ποικιλία και συνθέτουν ένα μωσαϊκό που ευνοεί την άγρια ζωή. Οι πιο διακριτοί είναι: η λιμνοθάλασσα Ερατεινού, η λιμνοθάλασσα Αγιάσματος, η λιμνοθάλασσα Κοκάλας, η λιμνοθάλασσα Χαϊδευτού, η λιμνοθάλασσα Κεραμωτής, η λιμνοθάλασσα Μοναστηριακιού, η λιμνοθάλασσα Μαγγάνων και το παραποτάμιο Μεγάλο Δάσος (Κοτζά-Ορμάν).

Λίμνη Βιστονίδα και λιμνοθάλασσα Πόρτο Λάγος
Η λίμνη Βιστονίδα είναι από τους πιο όμορφους υδροβιότοπους της Ελλάδας, με λιμνοθαλάσσια και λιμναία χαρακτηριστικά. Εκτείνεται στους νομούς Ξάνθης και Ροδόπης, με έκταση 42.400 στρέμματα και μέσο βάθος 2,5 μέτρα. Η κυριότητά της ανήκει στη μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους. Το όνομα της λίμνης οφείλεται στους Βίστωνες, αρχαία θρακική φυλή. Η περιοχή ήταν γνωστή από την αρχαιότητα, με την ακμή των πόλεων Άβδηρα και Δίκαια. Στη Ρωμαϊκή εποχή περνούσε από εδώ η Εγνατία οδός που ένωνε την Αδριατική με το Βόσπορο. Μέσα στη λιμνοθάλασσα ανήκει και το γραφικό νησάκι του Αγίου Νικολάου με το ομώνυμο εκκλησάκι, μέσα στη λιμνοθάλασσα. Η πρόσβαση γίνεται με μία ξύλινη στενή γέφυρα, μήκους περίπου 50 μ., που στηρίζεται σε πασσάλους πάνω από το νερό. Η ιδιαιτερότητα της λίμνης, βρίσκεται στο γεγονός, ότι στο βόρειο τμήμα της έχει γλυκό νερό, ενώ στο νότιο αλμυρό ή υφάλμυρο. Αυτό συνεπάγεται μεγάλη ποικιλία σε είδη χλωρίδας και πανίδας. Από τα θηλαστικά ξεχωρίζει η παρουσία της βίδρας, αλλά και του τσακαλιού, του λύκου, της αλεπούς, του λαγού και της αγριόγατας. Τη λίμνη περιβάλλουν αλμυρίκια, καλαμώνες, καθώς και έλη αλμυρού και γλυκού νερού. Μέχρι σήμερα στη λίμνη έχουν καταγραφεί 21 είδη ψαριών, που μαζί με αυτά που εισέρχονται από τη θάλασσα φτάνουν τα 37. Από αυτά που ζουν σε γλυκά νερά, τα πιο χαρακτηριστικά είναι το γριβάδι, η κοκκινοφτέρα και η θρίτσα, ενώ στα αλμυρά μπορούμε να συναντήσουμε χέλια, λαβράκια, επτά είδη κεφαλιών κ.ά. Στην περιοχή έχουν καταμετρηθεί μέχρι σήμερα 326 είδη πουλιών, που χωρίζονται σε 3 βασικές κατηγορίες. Τα είδη που επισκέπτονται την περιοχή για αναπαραγωγή, τα μεταναστευτικά και εκείνα που διαχειμάζουν. Ανάμεσα τους, πορφυροτσικνιάδες, κρυπτοτσικνιάδες, σταχτοτσικνιάδες, αργυροτσικνιάδες, λευκοτσικνιάδες, κορμοράνοι, λεπτομύτες, καλαμοκανάδες, χουλιαρομύτες, κεφαλούδια, κύκνοι, ερωδιοί, πελεκάνοι, οι σπάνιες σταχτόχηνες και οι νανόχηνες που απειλούνται παγκοσμίως. Τα τελευταία χρόνια ζει εδώ ένας μεγάλος αριθμός φοινικόπτερων. Μαζί με τη λίμνη Κερκίνη, είναι ο πιο σημαντικός στην Ευρώπη τόπος διαχείμασης των αργυροπελεκάνων. Στον υδροβιότοπο συναντάμε και άλλα μεταναστευτικά πουλιά, όπως ερωδιοί, πελαργοί, χαλκόκοτες, αρπακτικά.

|
|
Η λιμνοθάλασσα Πόρτο Λάγος βρίσκεται ΝΑ της λίμνης Βιστονίδας και ανάμεσα στα χωριά Λάγος και Φανάρι, στο μέσο περίπου της διαδρομής Ξάνθης-Κομοτηνής. Στα δυτικά σχηματίζονται οι μικρές λιμνοθάλασσες Λάφρη και Λαφρούδα ενώ στα ανατολικά οι λιμνοθάλασσες Ξηρολίμνη, Καρατζά, Αλυκή, Πτελέα. Ο υδροβιότοπος Βιστονίδας - Πόρτο Λάγος είναι παράκτιος, θεωρείται ενιαίος και εμφανίζει μεγάλο ενδιαφέρον από πλευράς χλωρίδας και πανίδας, αλλά κυρίως για το πλήθος και την ποικιλία των πουλιών που φιλοξενεί. Η λιμνοθάλασσα του Πόρτο Λάγος έχει κυρίως αλμυρό νερό και σε αυτή υπάρχει μια έκταση που έχει αναδασωθεί με Pinus maritima. Στον υδροβιότοπο έχουν καταγραφεί 61 είδη ψαριών με σπουδαιότερα από εμπορική άποψη τον κέφαλο, τα χέλια και την αθερίνα. Η θρίτσα, ενδημικό είδος που υπήρχε παλαιότερα, σήμερα έχει εξαφανιστεί λόγω αύξησης της αλατότητας των νερών της. Υπάρχουν άφθονα πουλιά όλες τις εποχές του έτους. Μια αποικία ερωδιών έχει εγκατασταθεί μέσα σε μια αναδάσωση με πεύκα στο Πόρτο Λάγος και μια άλλη, του γένους Nycticorax, βρίσκεται μέσα στους καλαμώνες. Οι γειτονικοί λόφοι έχουν σημαντικούς πληθυσμούς αρπακτικών πτηνών. Από το 1983, στο Πόρτο Λάγος, έχει παρατηρηθεί αυξανόμενος πληθυσμός από φοινικόπτερα. Εκεί διαχειμάζει και ο αργυροπελεκάνος. Άλλα είδη ζώων που ζουν στην περιοχή είναι: Lutra lutra, Triturus cristatus, Bombina variegata, Testudo hermanni, Testudo graeca, Elaphe quatuorlineata, Elaphe situla, Emys orbicularis, Mauremys caspica, Alosa fallax, Rhodeus sericeus amarus, Chalcalburnus chalcoides, Cobitis taenia, Aphanius fasciatus, Lucanus cervus.

Λίμνη Βόλβη και Κορώνεια
Η περιοχή είναι σημαντικός υδροβιότοπος για τα μεταναστευτικά και διαχειμάζοντα υδρόβια είδη: Aythya nyroca (τουλάχιστον 43 άτομα ξεχειμωνιάζουν), Oxyura leucocephala (ξεχειμωνιάζει), Haliaeetus albicilla (ξεχειμωνιάζει), Falco naumanni (μετανάστευση). Στην περιοχή ξεχειμωνιάζουν σε τακτική βάση πάνω από 20.000 υδρόβια (συμπεριλαμβανομένων 6.279 Podiceps cristatus, 8.029 Aythya ferina, 1.361 Aythya fuligula και 12.736 Fulica atra). Η περιοχή περιλαμβάνει δύο λίμνες γλυκού νερού (Βόλβη και Κορώνεια) και το φαράγγι της Ρεντίνας, ενώ 163.880 στρέμματα αποτελούν ζώνη ειδικής προστασίας σύμφωνα με τη σύμβαση Ramsar.
Η λίμνη Βόλβη βρίσκεται στο νομό Θεσσαλονίκης, στη λεκάνη της Μυγδονίας, στην επαρχία Λαγκαδά, ανατολικά από τη λίμνη Κορώνεια, ενώ από τη βόρεια πλευρά της περνά η Εγνατία Οδός. Στα ανατολικά της βρίσκονται τα στενά της Ρεντίνας ή αλλιώς Μακεδονικά Τέμπη. Εκατομμύρια χρόνια πριν, οι δύο λίμνες και όλη τη λεκάνη της Μυγδονίας αποτελούσαν μία μεγάλη λίμνη. Οι γειτονικές αυτές λίμνες είναι ό,τι απέμεινε από τότε. Η Βόλβη είναι η δεύτερη μεγαλύτερη λίμνη της Ελλάδας, με έκταση περίπου 68,6 τ.χ. και μέγιστο βάθος στα 23,50 μ. Η περιοχή της λίμνης αποτελεί έναν από τους 10 ελληνικούς υδροβιότοπους με διεθνή σημασία, που προστατεύεται από τη σύμβαση Ramsar. Η ιχθυοπανίδα της περιοχής περιλαμβάνει 23 είδη ψαριών, τρία από τα οποία είναι μοναδικά στον κόσμο (η λιπαριά, η γκελάρτσα, το λακόψαρο ή τυλινάρι), 19 είδη αμφιβίων κι ερπετών (πιθανολογείται η παρουσία και άλλων), 34 είδη θηλαστικών (είναι πιθανή η παρουσία και άλλων 16). Επιπλέον, εδώ βρίσκουν καταφύγιο 200 είδη πουλιών, που διαχειμάζουν στην περιοχή, όπως βουτηχτάρια, πάπιες, γλάροι και φαλαρίδες. Έχουν παρατηρηθεί οι μεγαλύτεροι στην Ελλάδα αριθμοί από σκουφοβουτηχτάρια, κυνηγόπαπιες και τσικνόπαπιες, κραυγαετούς, ερωδιούς κ.ά. Τέλος, αποτελεί ένα σπάνιο οικοσύστημα με καλαμιώνες, υγρά λιβάδια, υδρόφιλα φυτά και δέντρα.

Η λίμνη Κορώνεια είναι ρηχή και μολυσμένη. Ανήκει στο δήμο Κορώνειας του νομού Θεσσαλονίκης και βρίσκεται πολύ κοντά στη λίμνη Βόλβη. Έχει περίμετρο 52 χμ. και κάποτε κάλυπτε 45.000 στρέμματα, ενώ το βάθος της έφτανε τα 12 μέτρα. Ανάλογα με τον τρόπο δημιουργίας, τη μορφολογία του πυθμένα και την τροφοδοσία της, η λίμνη χαρακτηρίζεται τεκτονικής προέλευσης. Έχει σκαφοειδές σχήμα και σχηματίστηκε από παραμορφώσεις του φλοιού της Γης. Πριν από κάποια χρόνια ήταν ένας υδροβιότοπος που έσφυζε από ζωντάνια, με σπάνια είδη ψαριών, φυτών και πουλιών. Ζούσαν 10 διαφορετικά είδη ψαριών και εύρισκαν καταφύγιο πολλά είδη πουλιών. Υπήρχε μια ισορροπία της χλωρίδας και της πανίδας της λίμνης. Η καταστροφή άρχισε σιγά-σιγά από τα τέλη του ’80. Η υπεράντληση των νερών (από τους αγρότες για τις καλλιέργειες τους και από τις γύρω βιομηχανίες που τότε υπήρχαν), η μείωση των βροχών και η αύξηση της θερμοκρασίας, είχαν ως αποτέλεσμα την πτώση της στάθμης των νερών της λίμνης. Ένας ακόμα παράγοντας που επέφερε το θάνατο της λίμνης γρηγορότερα ήταν τα τοξικά λύματα και τα απόβλητα που έπεφταν στη λίμνη. Έτσι η οικολογική καταστροφή ήταν πλέον αναπόφευκτη και δεν άργησε να συμβεί λίγα χρόνια αργότερα (2004), καθώς χιλιάδες πουλιά βρέθηκαν νεκρά στις όχθες της λίμνης. Ανάμεσα τους 250 αργυροπελεκάνοι, είδος παγκόσμια απειλούμενο. Λίγο μετά ήρθε η σειρά των ψαριών που κατά χιλιάδες έπλεαν νεκρά στην επιφάνεια και στις όχθες της λίμνης.

|
|
Λίμνη Ισμαρίδα και το σύμπλεγμα λιμνοθαλασσών Θράκης
Η λίμνη Ισμαρίδα ή Μητρικού είναι η μοναδική λίμνη γλυκού νερού στη Θράκη, νότια του νομού Ροδόπης, με έκταση περίπου 2.524 στρέμματα και μέσο βάθος 1,5 μέτρα. Βρίσκεται σε απόσταση 18 χλμ. από την Κομοτηνή και 3 χλμ. βόρεια του όρμου Ανοικτό, μεταξύ της λίμνης Βιστονίδας και του όρους Ίσμαρου Είναι ένας από τους πιο σημαντικούς τακτικούς σταθμούς στην Ελλάδα για διάφορα είδη πτηνών. Μεγάλο μέρος της καλύπτεται από νούφαρα και στο ΒΑ τμήμα της απλώνονται εκτεταμένοι καλαμώνες. Στα δυτικά της Ισμαρίδας υπάρχει ένα σύμπλεγμα υδροβιοτόπων, που το αποτελούν κυρίως οι λιμνοθάλασσες Έλος (ή Καρατζαλή), Πτελέα, Αλυκή(ή Μέση), Καρατζά (ή Αρωγή) και Ξηρολίμνη (ή Φαναριού). Τα συστήματα αυτά μαζί με τη λίμνη Βιστονίδα λειτουργούν ως ένα ενιαίο οικοσύστημα ιδιαίτερης οικολογικής αξίας, που παρουσιάζει πολύ πλούσια χλωρίδα (θαμνώδες εκτάσεις από αρμυρίκια, παρόχθια βλάστηση, ελόβια, λειμώνες κι επιπλέουσα βλάστηση) και πανίδα (θηλαστικά, ερπετά), με χαρακτηριστική την παρουσία σπάνιων πουλιών που απειλούνται με εξαφάνιση, όπως αργυροτσικνιά, χουλιαρομύτα, χαλκόκοτα και το μουστακογλάρονο. Η οικονομική προσφορά της λίμνης στην περιοχή είναι αξιόλογη, καθώς έχει αλιευτικό πλούτο και συνεισφέρει στη γεωργία και κτηνοτροφία.

Λίμνη Κερκίνη
Είναι τεχνητή λίμνη και βρίσκεται στο ΒΔ τμήμα του νομού Σερρών. Είναι ένας από τους ελληνικούς υδροβιότοπους διεθνούς σημασίας που προστατεύεται από τη σύμβαση Ramsar. Η λίμνη δημιουργήθηκε το 1932, με τη κατασκευή φράγματος στον ποταμό Στρυμόνα, κοντά στο χωριό Λιθότοπο. Η λίμνη δημιουργήθηκε για την ανάσχεση και συγκράτηση των πλημμυρών του Στρυμόνα, τη συγκράτηση των φερτών υλών και την άρδευση της πεδιάδας των Σερρών. Στη θέση που έγινε, υπήρχε μία μικρή λίμνη και έλη. Μια σειρά συνθηκών, που άλλες τεχνητές λίμνες δεν εκπληρώνουν, κάνουν τη λίμνη Κερκίνη ένα τόσο σημαντικό οικοσύστημα. Το μικρό σχετικό βάθος, οι ήπιες κλίσεις στο βόρειο και ΒΑ τμήμα της, η υψηλή παραγωγικότητα που οφείλεται στην περιοδική κατάκλυση με νερό και στον εμπλουτισμό της με θρεπτικά στοιχεία, η θέση της σε σχέση με τους διαδρόμους μετανάστευσης των πουλιών καθώς και η ύπαρξη παλαιότερα στον ίδιο τόπο μιας μεγάλης υδροβιοτοπικής έκτασης, είναι από τους παράγοντες που συνέλαβαν στη διατήρηση αυτού του πλούσιου υδροβιότοπου. Έχουν παρατηρηθεί τουλάχιστον 300 είδη πουλιών στη λίμνη και στα γύρω βουνά. Συνολικά 10 είδη πουλιών φωλιάζουν σε μικτές αποικίες στο παραποτάμιο δάσος, σε σημαντικούς αριθμούς. Τα είδη αυτά είναι: ο κορμοράνος, o λευκοτσικνιάς, ο αργυροτσικνιάς, ο πορφυροτσικνιάς, ο σταχτοτσικιάς, ο κρυπτοτσικνιάς, ο νυχτοκόρακας, η χουλιαρομύτα, η λαγγόνα και η χαλκόκοτα. Επίσης, το σκουφοβουτηχτάρι και το νανοβουτηχτάρι κατασκευάζουν επιπλέουσες φωλιές. Δύο είδη γλαρονιών (μουστακόγλαρο και μαυρογλάρονο) κατασκευάζουν τις φωλιές τους πάνω στα φύλλα των νούφαρων. Άλλα σημαντικά είδη είναι: ο μαυροπελαργός, ο λευκοπελεκάνος, ο πετρίτης, ο φιδαετός, ο κραυγαετός και ο θαλασσαετός.

|
|
|
|
|
|
Λίμνη Μικρή Πρέσπα
Στο ΒΔ άκρο της Ελλάδας, μέσα σε μια πελώρια βουνίσια αγκαλιά φυλάσσεται η ομορφιά της Μικρής και Μεγάλης Πρέσπας, δύο λίμνες που χωρίζονται από μια λωρίδα γης μήκους 4 χλμ. Η Μεγάλη Πρέσπα εκτείνεται ανάμεσα στην Ελλάδα, τη F.Y.R.O.M. και την Αλβανία, είναι η μεγαλύτερη λίμνη των Βαλκανίων, βρίσκεται σε υψόμετρο 853 μ. και έχει μέγιστο βάθος 50 μ. Καλύπτει έκταση 288 τ.χ., από τα οποία τα 37 ανήκουν στη χώρα μας. Η Μικρή Πρέσπα, ή Βρυγηίδα, σύμφωνα με την αρχαία ονομασία, με έκταση 44 τ.χ., ανήκει κυρίως στην Ελλάδα και ένα μικρό της τμήμα στην Αλβανία. Η πλούσια χλωρίδα και πανίδα του τόπου, η εντυπωσιακή βιοποικιλότητά του είχαν ως αποτέλεσμα να ανακηρυχθεί η περιοχή ως Εθνικός Δρυμός από το 1974. Μάλιστα, τα παραλίμνια χωριά Ψαράδες και Άγιος Γερμανός αποτελούν προστατευόμενους παραδοσιακούς οικισμούς του Δρυμού. Η Μικρή Πρέσπα είναι ένας μοναδικός υδροβιότοπος, που προστατεύεται από τη σύμβαση Ramsar και ένας από τους 11 ελληνικούς υδροβιότοπους διεθνούς σημασίας. Στο δάσος που την περιβάλλει και στους καλαμώνες του Δρυμού υπολογίζεται ότι υπάρχουν πάνω από 1.300 είδη φυτών, όπως βελανιδιές, οξιές, σημύδες αλλά και δέντρα μοναδικά στον ελληνικό χώρο, όπως η κενταύρια Πρέσπα και το δάσος αρκεύθου, καθώς και μια συστάδα υπεραιωνόβιων βουνοκυπάρισσων. Υπάρχουν και 15 είδη ψαριών, 11 είδη αμφιβίων, 40 θηλαστικών και 260 είδη πτηνών. Όσον αφορά στην πτηνοπανίδα σημαντικότερη θεωρείται η παρουσία των πελεκάνων και συγκεκριμένα του αργυροπελεκάνου, που θεωρείται αρκετά παγκοσμίως είδος υπό εξαφάνιση (1.000 ζεύγη έχουν απομείνει σ’ όλο τον κόσμο, από τα οποία 150 ζουν στη περιοχή). Επίσης θα συναντήσετε ερωδιούς, κορμοράνους, χήνες, αρπακτικά, όπως σταυραετούς, χρυσαετούς, φιδαετούς, πετρίτες, αρκετά είδη βατράχων και φρύνων. Το νησί που υπάρχει στο κέντρο της, ο Άγιος Αχίλλειος, με τους περίπου 20 κατοίκους, είναι περισσότερο γνωστό για την υπέροχη βασιλική του 10ου αιώνα, χτισμένη από τον τσάρο Σαμουήλ. Το νησί ήταν για μικρό χρονικό διάστημα πρωτεύουσα του Βουλγαρικού Βασιλείου. Εδώ και χρόνια αποτελεί το κέντρο των εκδηλώσεων «Πρέσπεια», με σημαντικές συναυλίες.

Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου
Είναι η μεγαλύτερη λιμνοθάλασσα της Ελλάδας και αποτελεί ένα άβαθο μέρος της θάλασσας από τις προσχώσεις του Αχελώου. Πρόκειται για μια παραθαλάσσια λίμνη, πριν από το Μεσολόγγι, με θαλάσσιο νερό που εκτείνεται από την Άκρα Μπαμπακούλα, στις εκβολές του Εύηνου, μέχρι τους πρόποδες του όρους Κατσιλάρη προς το Ιόνιο Πέλαγος και σε βάθος μέχρι του ιχθυοτροφείου του Αιτωλικού. Χωρίζεται από την ανοικτή θάλασσα του Πατραϊκού Κόλπου από ένα παράκτιο διάζωμα, ύψους μέχρι 80 εκατοστά, που δημιούργησαν οι προσχώσεις των ποταμών Εύηνου και Αχελώου. Έχει μέγιστο μήκος περίπου 27.300 μ. και μέγιστο πλάτος 14.800 μ. Το μεγαλύτερο βάθος της φτάνει τα 5-6 μ., αλλά το μεγαλύτερο μέρος της έχει βάθος που δεν ξεπερνάει το μισό μέτρο. Κοντά στις ακτές το βάθος φτάνει τα 10 εκ. και γι’ αυτό είναι πρόσφορος τόπος για αλυκές. Περίφημο είναι το αβγοτάραχό της που βγαίνει από ένα είδος κεφαλόπουλου που λέγεται μπάφα. Ο Στράβωνας την ονόμαζε Κυνία λίμνη. Το 1930 ξεκίνησαν τα πρώτα έργα εκβάθυνσης με βυθοκόρους και ανοίχθηκε δίαυλος από την ανοικτή θάλασσα μεταξύ Τουρλίδας και Βασιλάδι μήκους 6 χλμ., πλάτους 50 μ. και μέσου βάθους περίπου 4,80 μ. Ο δίαυλος αυτός καταλήγει στη κυρίως λεκάνη της λιμνοθάλασσας που παρουσιάζει ρομβοειδές σχήμα με μήκος πλευράς 300 μ. και βάθος το αυτό του διαύλου. Μέσα στη λιμνοθάλασσα υπάρχουν οκτώ ιστορικά νησάκια που τα περισσότερα αναφέρονται στην ιστορία της πολιορκίας του Μεσολογγίου κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, όπου αναδείχθηκαν τόποι ηρωισμών. Αυτές είναι: το Βασιλάδι, η Θολή, η Κλείσοβα, το Κόμμα, η Μαρμαρού, η Πλώσταινα, ο Προκοπάνιστος και ο Σχοινιάς. Η λιμνοθάλασσα προστατεύεται από την γνωστή συνθήκη Ramsar και αποτελεί περιβαλλοντικό πάρκο και οικοσύστημα. Κοντά στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου βρίσκεται και η λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού.
|
|
Λιμνοθάλασσα Κοτύχι και δάσος Στροφυλιάς
Ο υδροβιότοπος αυτός βρίσκεται στο νομό Ηλείας, ΒΑ της κωμόπολης των Λεχαινών κι επικοινωνεί με το Ιόνιο πέλαγος διαμέσου μικρού σχετικά ανοίγματος, πλάτους περίπου 8 μέτρων. Εξαιτίας της επικοινωνίας με τη θάλασσα το νερό είναι υφάλμυρο. Το μεγαλύτερο βάθος της λιμνοθάλασσας είναι περίπου 40 εκατοστά και το μικρότερο 30 εκατοστά. Το Κοτύχι υδροδοτείται κυρίως από ρέματα που χύνονται στη νότια και ανατολική πλευρά της λιμνοθάλασσας. Στην υδροδότηση της λιμνοθάλασσας συμβάλλουν επίσης και οι βροχοπτώσεις. Το παραθαλάσσιο δάσος της Στροφυλιάς βρίσκεται βόρεια της λιμνοθάλασσας και σε απόσταση 1.000 περίπου μέτρων από τον πυρήνα της. Η λίμνη μαζί με τις λιμνοθάλασσες του Προκόπου, τη λίμνη-έλος Λάμια και του Πάπα (Καλόγριας) προστατεύεται από τη σύμβαση Ramsar. Στη λιμνοθάλασσα Κοτύχι βρίσκουν καταφύγιο και τροφή πολλές αγριόπαπιες αλλά και παρυδάτια πουλιά όπως βουτηχτάρια, νανογλάρονα, τσικνιάδες, φαλαρίδες, αλκυόνες. Η ιχθυοπανίδα της λιμνοθάλασσας αποτελείται από λαβράκια (Dicentrarchus labrax), κέφαλους (Mugil cephalus), τσιπούρες (Sparus auratus) και χέλια (Anguilla anguilla). Το Κοτύχι είναι σημαντικός τόπος ξεκούρασης για πολλά αποδημητικά πουλιά, όπως Ερωδιοί, Χαλκόκοτες, Χελιδόνια, Τσαλαπετεινοί, Γεράκια, Τρυγόνια, Γλαρόνια κ.ά. H μακροχλωριδική σύνθεση της περιοχής περιλαμβάνει τα εξής αντιπροσωπευτικά είδη: αλμυρίκι, άγρια σπανάκια, ήμερος φλωμός, αλειχηνόχορτο, βούρλο, κρίνος της θάλασσας, άσπρος κρίνος, αγριοκάλαμος, καλαμίθι, μαχαιρίδα, ξιφάρα, λάχαρι, αλμυρίκι, κρίθμος, καλιά, θαλασσόχορτο και βρίγκα.

Σύμβαση Ramsar
Τέθηκε σε ισχύ τον Δεκέμβριο του 1975 και ήταν η πρώτη σύμβαση που ασχολήθηκε αποκλειστικά με την προστασία των βιοτόπων. Οι κύριες υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν τα συμβαλλόμενα μέρη είναι:
1) Να οριοθετήσουν κατάλληλους υγροτόπους μέσα στα όρια της εδαφικής επικράτειάς τους που θα περιληφθούν σε έναν κατάλογο Υγροτόπων Διεθνούς Σημασίας (Aρθρο2,1).
2) Να καθορίσουν και να εφαρμόσουν τέτοιο σχεδιασμό ώστε να προωθήσουν τη διατήρηση των υγροτόπων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο αυτό και την -κατά το δυνατόν- ορθολογική χρήση των υγροτόπων εντός της εδαφικής τους επικράτειας (Αρθρο3,1).
3) Να προωθήσουν την προστασία των υγροτόπων και της υδρόβιας ορνιθοπανίδας οριοθετώντας προστατευόμενες περιοχές σε υγροτόπους, είτε συμπεριλαμβάνονται είτε όχι, και παρέχοντας επαρκή μέσα για την φύλαξή τους (Αρθρο4,1).
4) Κάθε συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να οριοθετήσει τουλάχιστον μία περιοχή που να συμπεριληφθεί στον κατάλογο κατά τη στιγμή που υπογράφει τη Συνθήκη (Αρθρο2,4).
Από τις συμβάσεις ή οδηγίες που περιγράφονται εδώ, η Ramsar είναι αυτή που καλύπτει την ευρύτερη γεωγραφική έκταση. Έχει 138 συμβαλλόμενα μέρη και 864 περιοχές συμβάλλοντας σημαντικά στην διατήρηση πολλών υγροτόπων. Η Σύμβαση έχει επίσης εισάγει την έννοια της «ορθολογικής χρήσης» που αναφέρεται σε όλους τους υγροτόπους μιας χώρας, είτε περιλαμβάνονται στον κατάλογο είτε όχι, και έχει ευρεία απήχηση.
Η Ελλάδα ήταν η 7η χώρα που υπέγραψε και ενεργοποίησε την Σύμβαση Ramsar με το Ν.Δ. 191/74, ανακηρύσσοντας 11 υγροτοπικές περιοχές που περιλαμβάνονται στον κατάλογο Υγροτόπων Διεθνούς Σημασίας.
