Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου του Ορφανού
Ο ναός βρίσκεται στη βορειοανατολική γωνία της Άνω Πόλης, μεταξύ των οδών Ηροδότου και Αποστόλου Παύλου, και αποτελεί μετόχι της Μονής Βλατάδων που υπάγεται στο Πατριαρχείο. Η προσωνυμία 'Άγιος Νικόλαος Ορφανός ή των Ορφανών" απαντά σε κείμενα του 17 και 18ου αι. και οφείλεται είτε στον άγνωστο ιδρυτή του ναού είτε στο γεγονός ότι ο άγιος εθεωρείτο προστάτης για τις χήρες και τα ορφανά. Η χρονολογία ανέγερσης του ναού τοποθετείται ανάμεσα στα 1310 -1320.
Πρόκειται για μια ξυλόστεγη βασιλική, μονόχωρη με περίστωο που καταλήγει σε δύο παρεκκλήσια στην ανατολική πλευρά. Χαρακτηριστικό της τοιχοποιίας είναι ο συνδυασμός πλίνθων και λίθων, καθώς και κάποιου απλού κεραμοπλαστικού διακόσμου. Στο εσωτερικό του ναού ξεχωρίζουν οι μαρμάρινοι κίονες με τα "Θεοδοσιανά" κιονόκρανα που περιέχουν ζωγραφικό διάκοσμο. Επίσης, αξιοσημείωτο είναι και το μαρμάρινο τέμπλο που είναι σύγχρονο του ναού.
Ο μικρός και απέριττος αυτός ναός ξεχωρίζει για τις άριστα διατηρημένες τοιχογραφίες των αρχών του 14ου αι., που είναι αντιπροσωπευτικές της παλαιολόγειας ζωφραφικής , όπου κυριαρχούν τα πλούσια χρώματα, η συνθετική δύναμη, η δεξιοτεχνία στην απόδοση των προσώπων και η πλούσια θεματολογία. Στον κυρίως ναό απεικονίζονται σκηνές του Δωδεκαόρτου, των Παθών, του Αναστάσιμου και λειτουργικού κύκλου και μορφές αγίων. Η απεικόνιση, επίσης στον κυρίως ναό, του αγίου Γεωργίου του Γοργού και του αγίου Κλήμη Αχρίδας, θέματα αγαπητά στη σερβική εικονογραφία, οδήγησαν στο συσχετισμό της τοιχογράφησης του ναού με τον Σέρβο ηγεμόνα Μιλιούτιν καταδεικνύοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Θεσσαλονίκης στην τέχνη των Βαλκανίων.